εύπληκτος


εύπληκτος
εὔπληκτος, -ον (ΑΜ)
1. αυτός που πλήττεται εύκολα
2. αυτός που παράγει καλό ή δυνατό ήχο κατά την κρούση
μσν.
(μτφ. για πρόσωπα) αυτός που καταπλήσσεται, που παρασύρεται εύκολα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -πληκτος (< πλήσσω), πρβλ. από-πληκτος, κατά-πληκτος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔπληκτος — easily struck masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔπληκτον — εὔπληκτος easily struck masc/fem acc sg εὔπληκτος easily struck neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.